Ένας αϊτός περήφανος

Ένας αϊτός περήφανος

Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης
από την περηφάνεια του κι’ από τη λεβεντιά του,
δεν πάει τα κατώμερα να καλοξεχειμάση,
μον’μένει απάνω ‘ς τα βουνά, ψηλά ‘ς τα κορφοβούνια.
Κ’ έρρηξε χιόνια ‘ς τα βουνά και κρούσταλλα ‘ς τους κάμπους,
εμάργωσαν τα νύχια του κ’ επέσαν τα φτερά του.
Κι’ αγνάντιο βγήκε κ’ έκατσε, ‘ς ένα ψηλό λιθάρι,
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει.
“Ήλιε, για δε βαρείς κ’ εδώ ‘ς τούτη την αποσκιούρα,
να λειώσουνε τα κρούσταλλα, να λειώσουνε τα χιόνια,
να γίνη μια άνοιξη καλή, να γίνη καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, να γιάνουν τα φτερά μου,
να ρθούνε τάλλα τα πουλιά και τάλλα μου ταδέρφια”.

Το άσμα είναι αλληγορικόν, υπονοούν κλέφτην, όστις και κατά τον χειμώνα δεν εννοεί ν’ απόσχη του αγώνος, αλλά παραμένει εις τα βουνά. Όμοιον είναι και το τεμάχιον, το όποιον αποτελεί την κατακλείδα του άσματος του Ολύμπου και του Κισάβου.]

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Η απαρνημένη

Η απαρνημένη Όρκο τση κάνω τση ξανθής κι όρκο τση μαυρομάτας κι όρκο τση...

Εμένα με το είπανε – Έναν καιρό επήγαινα

Εμένα με το είπανε Εμένα με το είπανε άνθρωποι μερακλήδες πως την καλύτερη ζωή την κάνουν...

Στα μάρμαρα

Στα μάρμαρα Στα μάρμαρα, στα μάρμαρα βγήκα να σεργιανήσω. Βγήκα να δώ τις όμορφες και πίσω...

Απ’ αδά σ’ εσέτερα

Απ' αδά σ' εσέτερα Απ' αδά σ' εσέτερα ξαν πουλί μ' μακρά πα...

Κίνησεν η Παναγιώτα

Κίνησεν η Παναγιώτα Κίνησεν η Παναγιώτα για να πάη στα γονικά της, τη μαλώνει η...