Η πέρδικα και το κοράσο

Κοράσο δώδεκα χρονώ και χωστοβαρεμένο
αμοναχό ντου εθέριζε, δεμάθια εκουβαλιούσε.
Έρχετ’ η μέρα του παιδιού, που ‘θελε να το κάμει,
δραπάνι βάνει αντίς σκαμνί, δεμάτι αντίς για κλίνη.
Κι απήτις και το γέννησε γκι εβωλοκόπησέ ντο
εις τη μποδιά τζη το βαλε να πα το καταλύσει.
Στη στράτα τζη συναπαντά πέρδικα πλουμισμένη:
«Πού πας, μικρή, πού πας, φτωχή, πού πας, δυστυχισμένη;
Εγώ ‘χω δώδεκα παιδιά και λέω να ‘χα κι άλλα
κι εσύ ‘χεις ένα μοναχό και πα να το σκοτώσεις;»

Παίρνει τη ντο παράπονο, στο σπίτι τζη γιαέρνει
και πιάνει και βαφτίζει το και βγάνει το Λευτέρη
κι ετάιζέ ντο ζάχαρη, κουλούρια με το μέλι.
«Φάε και πιε, πουλάκι μου, να γοργομεγαλώσεις,
κι ανέ γενείς και κυνηγός και βγαίνεις στο κυνήγι
ούλα ντά έχνη σκότωνε, κατάλυε ό,τι βρίχνεις,
τη μπέρδικα τη μπλουμιστή μη ντήνε καταλύσεις,
μα κείνηνά ‘ναι η μάνα σου κι εγώ ‘μαι η μητρυγιά σου.»