Όλοι τον ήλιο τον τηρούν

Ολοι τον ήλιο τον τηρούν
που πάει να βασιλέψει
κι η κόρη πο’ χει τον καημό
την θάλασσα αγναντεύει.

Βλέπει καράβια κι έρχονται,
βαρκούλες κι αρμενίζουν.
Μάνα καράβια τέσσερα,
μάνα βαρκούλες πέντε.

Μάνα κατέβα ρώτα τα
μάνα κατέβα δες τα,
μην είδαν την αγάπη μου
τον αγαπητικό μου.

Σε τι τραπέζια τρώει ψωμί
σε τι ταβέρνες πίνει,
σαν τι χεράκια τον κερνούν
και τα δικά μου τρέμουν.

Σαν τι ματάκια τον τηρούν
και τα δικά μου κλαίνε,
σαν τι αχείλη τον φιλούν
και το δικό μου σκάζει.