ΑρχικήΤόποςΚρήτηΓ' εις κυνηγός

Γ’ εις κυνηγός

Γ’ εις κυνηγός

Γ’ εις κυνηγός ανάτειλε
οξ’ από τσ’ όξω χώρες
– χανιώτικές μου βιόλες-
σαράντα δυό σκουδιά ‘σερνε
κι ούλα μανιακομένα
– τα ερημοκαϋμένα –
τα εκατό ήσαν κουργελά
και τ’ άλλα δυό ήσαν άσπρα
– γαρεφαλιά στη γλάστρα –
πάνω σε πλάκα ανέβηκεν
ο νιός να τα μετρήσει
και να τ’ αποτσακίσει.
Μα ήταν η πλάκα από βροχή
κι ήτανε γλυτσιασμένη
– η ερημοκαϋμένη –
και παραπάτησεν ο νιός
κι ήπεσε μες τον τάφκο
– γαρέφαλό μου αφράτο –
Σαράντα μέρες έκαμε
ο νιός μέσα στον τάφκο
– α που να μη σε χάσω –
κι απάνω στσι σαράντα δυό
σέρνει το μοιρολόι
– ψιλόλιγνό μου μπόι –
“παιδιά δεν είν’ επά βοσκή
δεν είν’ αγριμολόι
ψυχή μου ροστολόει
Να πάρουν τα σκυλάκια μου
να πά να τα ποτίσουν
– και να τ’ αποτσακίσουν –
Να πάρουν το τουφέκι μου
πριχού σκουριάνει η πάστρα
– ξανθή και μαυρομάτα –

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Νάξο με τα ψηλά βούνα

Νάξο με τα ψηλά βούνα Νάξο με τα ψηλά βουνά και τα βαθιά...

Εσύ παλιογειτόνισσα

Εσύ παλιογειτόνισσα Εσύ παλιογειτόνισσα, καινούργια φιλενάδα Μάσε καλέ μάσε τα περιστέρια σου… Μάσε τα περιστέρια σου που...

Ήλιος

Ήλιος Ήλιε μ’ που βγαίνεις την αυγή ωρε και τον ντουνιά ζεσταίνεις, μένα γιατί, ωρε...

Όταν μου λέει σ’ αγαπώ

Όταν μου λέει σ' αγαπώ Βρίχνομαι στην εντατική και απ' άλλους έμαθέ το κι έκατσε...

Στου παπά τα παραθύρια

Στου παπά τα παραθύρια Στου παπά τα παραθύρια κάθονταν δυο μαύρα φρύδια να 'χα 'γω...