Ερωτόκριτος (Παράπονο της Αρετούσας)

Τα λόγια σου ερωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσα
κι ουδ’ όλπιζα κι ανίμενα τ’ αυτιά μου ό,τι σ’ ακούσα.
Και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ κι α θέλω δε μ’ αφήνει
τούτη η καρδιά που εσύ ‘βαλες σ’ τς’ αγάπης το καμίνι.
Κι αμνόγω σου στον ουρανό, στον ήλιο, στο φεγγάρι,
άλλος ογιά γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει.

Και βγάνει από το δαχτύλι της όμορφο δακτυλίδι,
με δάκρυα κι αναστεναγμούς του Ρώκριτου το δίδει.
Λέει του: “Να και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι
και μην το βγάλεις από κει ώστε να ζεις και να ‘σαι,
φόριε το κι όποια στο ‘δωκε κάμε να της θυμάσαι.
Καλλιά θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
παρά άλλος μόν’ ο Ρώκριτος γυναίκα να με πάρει”.