Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά

Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά

Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά που είχα ’ς την αυλή μου,
την εσκάλιζα, την’ επότιζα, ν’ είχα χαρά μεγάλη,
την έθρεφα τη ζάχαρη, τημ πότιζα το μόσκο,
κι ήρθε ξένος κ’ αλλόξενος, ήρθε και μου τημ πήρε.

Παραλλαγή του πωγωνίσιου “ΑΣΠΡΗ ΚΑΤΑΣΠΡΗ ΒΑΜΒΑΚΙΑ” από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ.

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Ένα τρεχαντηράκι

Ένα τρεχαντηράκι Ένα τρεχαντηράκι, ένα τρεχαντηράκι Ένα τρεχαντηράκι βοριάς το ’μπόδισε και μια μελαχρινούλα, τζόγια...

Αθανάσιος Διάκος

Αθανάσιος Διάκος Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι το 'να τηράει τη Λειβαδιά...

Παραπονιάρικό μου

Παραπονιάρικό μου Έλα, μικρό μου, έλα, παραπονιάρικό μου, έλα, μικρό μου, έλα να τα μιλήσομε. Γιατ’ είδα...

Τι μου το μηνάς στα λόγια

Τι μου το μηνάς στα λόγια Τι μου το μηνάς στα λόγια, τι μου...

Άγγελος είσαι μάτια μου

Άγγελος είσαι μάτια μου Άγγελος είσαι μάτια μου κι αγγελικά χορεύεις κι αγγελικά πατάς στη...