Άγουρος πέτρα πελεκάει
Άγουρος πέτρα πελεκάει και πελεκάει με το ‘να
άσπρη παχιά τρυγόνα.
Ξανθή κόρη επέρασε και τονε χαιρετάει
και τον καλημερνάει.
Άγουρε που ‘ν’ το χέρι σου και πελεκάς με το ‘να
άσπρη παχιά τρυγόνα
Κόρη μου σα με ρώτησες και την καρδιά μου δρόσισες,
να σου το μολογήσω, να σε καλοκαρδίσω.
Ξανθιά κοπέλα φίλησα και την εμάρανα
και μου κοψαν το χέρι, καλό μου περιστέρι,
ας την εξαναφίληγα να μου κοβαν και τ’ άλλο,
δεν είν’ κακό μεγάλο.


















