Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά

Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά

Άσπρη κατάσπρη ζαμπακιά που είχα ’ς την αυλή μου,
την εσκάλιζα, την’ επότιζα, ν’ είχα χαρά μεγάλη,
την έθρεφα τη ζάχαρη, τημ πότιζα το μόσκο,
κι ήρθε ξένος κ’ αλλόξενος, ήρθε και μου τημ πήρε.

Παραλλαγή του πωγωνίσιου “ΑΣΠΡΗ ΚΑΤΑΣΠΡΗ ΒΑΜΒΑΚΙΑ” από τη συλλογή του ΧΑΣΙΩΤΗ.

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Εφτά βδομάδες έκανα

Εφτά βδομάδες έκανα Εφτά βδομά- εφτά βδομάδες έκανα εφτά βδομάδες έκανα, πουλί να σου...

Μαρία

Μαρία Αιντε Μαρία πυρογλιά με τα πολλά σου νάζια ποιος σε το ‘πε δεν...

Μια κόρη εκατέβαινε

Μια κόρη εκατέβαινε Ελ, μια κόρη εκατέβαινε την άκρα τη θάλασσα έβαλ' τον ήλιο...

Ο ντάικος

Ο ντάικος Σήκω καημένε ντάικο να δεις το γιόκα σου, που είναι μεθυσμένος έξω απ’ τη...

Απ’ αδά σ’ εσέτερα

Απ' αδά σ' εσέτερα Απ' αδά σ' εσέτερα ξαν πουλί μ' μακρά πα...