Σαν κίνησε η λυγερή

Σαν κίνησε η λυγερή στη μάνα της να πάει,
σαν έβαλε να στολιστεί απ’ το πρωί ως το βράδυ,
βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθη
και τον καθάριο αυγερινό τον βάζει δαχτυλίδι.

Κι η μάνα της την καρτερεί έξω από την πόρτα.
-Κόρη μ’ γιατί μας άργησες, να’ ρθεις να σε φιλέψω;
-Δεν ήταν άντρες στο χωριό, δεν ήταν παλικάρια,
που πήγες και με πάντρεψες πολύ μακριά στα ξένα;