Ο πραματευτής

Πραματευτής κατέβαινε, από τα κορφοβούνια λαλεί μουλάρια δώδεκα, μουλίτσες δεκαπέντε σε μια μουλίτσα ταπεινή, μόσχο’ χε φορτωμένο κι από το μόσχο το πολύ κι από τη μυρωδιά του ο νιος αποκοιμήθηκε, η στην μουλίτσα επάνω μουλίτσες παραστράτησαν, σε αγρία μονοπάτια «χαράς ετούτα τα βουνά που κλέφτες δεν υπάρχουν» το λόγο δε τελείωσε και συμπλοκή των πιάνουν άλλος του κόβει τα σχοινιά, κι άλλος του ξεφορτώνει κι ο σκύλος αδερφουλιος του, του’ παίζε με το χαρτζι

– αφήστε με μωρέ παιδιά, κι έχω κι εγώ να κάμω, έχω κι εγώ ένα αδελφό στους κλέφτες καπετάνιο»
– για πέ μας βρέ πραματευτή, σημάδια του αδερφού σου»
– Είναι κοντός κοντούτσικος, και αρραβωνιασμένος, και στη δεξά τη χέρα του, φορεί τον αρραβώνα»
– Για πες μας βρε πραματευτή, σημάδια του σπιτιού σας
– Μηλιά χουμε στην πόρτα μας, μηλιά και στην αυλή μας κι έχωμε και κληματαριά, με δυο λογιό σταφύλια
– Για πέ μας βρε πραματευτή, σημάδια των γονιών σου,
– Μάνα μου απού τα Γιάννενα, κύρης μου Γρεβενιώτης

Τότε ο κλέφτης πίστεψε πως ήταν αδερφός του, Και από το χέρι πιάνει τον , και στου γιατρού τον πάει

– Γιατρέ που γένεις τσοι πληγές, πλουσίων και ραγιάδων γιάνε και εμέ τ’αδέρφι μου, και μη σκεφτείς παράδες
– Τσοι δεκαπέντε μαχαιριές μπόρεσα να του γιάνω τις άλλες τσοι χατζιρινές δεν έχω ηντά του κάμω
– Αδερφέ κι αν πάς στο σπίτι μας, κι αν πας στο αρχοντικό μας πες τους πως επαντρεύτηκα και πήρα μια γυναίκα τη μαύρη πέτρα πεθερά, τη μαύρη Γής γυναίκα τα χοχλαδάκια του βουνού αδέρφια και ξαδέρφια.