Ερωτόκριτος (Το φανέρωμα)

Ήθελε κι άλλα να του πει μα η ομιλιά δε σώνει,
πέφτει στη γης άσπρη και κρυγιά μπλιό παρ’ από το χιόνι.
Εκείνος μπλιό άλλο δε μιλεί μα πλύθηκεν ομπρός τση
και τς’ ηφανίστη άλλης λογής κι εγίνηκε το φως τση.

Ήλαμψε ο Ρετόκριτος βγάνοντας το μελάνι,
πάλι την πρώτην ομορφιά το πρόσωπό του πιάνει,
χρυσά εγενήκαν τα μαλλιά, τα χέρια μαρμαρένια
κι η όψη του ασπροκόκκινη, τα κάλλη ζαχαρένια.

Γνωρίζει τον η Αρετή καλά τον εθυμάται,
μα δεν κατέχει ξυπνητή αν είναι ή αν κοιμάται.
Εξελιγώθη, στρέφεται με σπλάχνος τον εθώρει
και να μιλήσει απ’ την χαράν ακόμη δεν εμπόρει.