Του Μανώλη

Του Μανώλη

Στη πέρα μπάντα τον χωρίου
έρχουνται στρατιώτες
μπας κι έρχεται ο Μανώλης μου
κι έχω κλειστές τις πόρτες
γειτόνισσες γειτόνισσες ήντα ‘χετε και κλαίτε
πράμα ‘χει ο Μανώλης μου
καιτέ δε μου το λέτε
Μα πήγα ‘γω και στο γιαλό
επήγα και στην Μάντρα
κι εκλαίγανε τα πρόβατα
μα δεν κατέχω γιάηντα
επήγα εγώ και στο γιαλό επήγα και στη βρύση
κι εκλαίγανε τα πρόβατα
ποιος να τα ξεσταλίση
Μανώλη πον σου βάλανε προσκέφαλο λιθάρι
τάξε πως δεν εκέντησα ποτέ μου μαξελάρι
Μανώλη που σον βάλανε
για σκέπασμα τα χιόνια
τάξε πως δεν εκέντησα
ποτέ μου εγώ σεντόνια
Μανώλη που σε θάψανε με ρούχα ματωμένα
κι εγώ ‘χω τα γαμπρίκια σον ακριβοστερεμένα
Και που θα βρω ένα μερακλή
Μανώλη σα και σε’να
να δώσω τα στιβάνια σον τα όμορφο ζαρωμένα
και που θα βρω ένα μερακλή
Μανώλη σα και σένα
να δώσω τα σαλβάρια συν τα χρυσοκεντημένα.
Μανώλη τα γαμπρίκια σου
σε ποιό να τα χαρίσω
και που θα βρω ένα μερακλή
να του τα χαλαλήσω
Μανωλη μου Μανώλη μου
χίλιες φορές Μανώλη
κι άντε θα σ’ αναοτορηθώ
το αίμα μου μαργώνει.
Μανώλη μου Μανώλη μου
πως θα το νταγιαντήσω
και πως θα πιάσω κόσκινο
στάρι να κοσκινίσω
Μανώλη μου Μανώλη μου
πως θα το νταγιαντήσω
και πως θα ανάψω τη φωτιά
κόλλυβα να σου ψήσω
Μανώλη δε σου πρέπουνε κόλλυβα με σιτάρι
μόνο με τσι λεμονανθούς γιατί σου παλικάρι
Τα μπράτσα σου τα στριφοχτά
με τα κοντά μανίκια
στης Αλβανίας τα βουνά
τα τρώνε τα σκουλήκια
Μανώλη ανε ξσνοιξωμε ακόμη στην αυλή μας
θα βρούμε καλορίζικα που τη στεφάνωση μας
Γειτόνισσες γειτόνισσες προβάλετε να ιδείτε
και το καλώς τα δέχτηκα ελάτε να μου πείτε.

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Άσπρο μου τριανταφυλλάκι

Άσπρο μου τριανταφυλλάκι Άσπρο μου τριανταφυλλάκι -βρε αμάν, ρέγομαι το χρώμα σου ζάχαρη και μέλι...

Ξύπνα μαυροματούσα μου

Ξύπνα μαυροματούσα μου Ξύπνα μαυροματούσα μου κι ήρτα στη γειτονιά σου χρυσά μπλεξούδια σ’έφερα...

Τα μάγια

Τα μάγια Ανάθεμα ποιος μου ‘ριξε τα μάγια στο πηγάδι, και μάγεψε τον άντρα...

Βαρυν λόγον μη λετε ατό

Βαρυν λόγον μη λετε ατό Βαρύν λόγον μη λέτε͜ ατο, τ’ εμόν τ’...

Βασίλω αρχόντισσα

Βασίλω αρχόντισσα Ωρε δεν είναι κρίμα κι άδικο, Βασιλαρχόντισσα. Δεν είναι κι αμαρτία να ειν’...