Δώδεκα χρονών κορίτσι

Δώδεκα χρονών κορίτσι

Δώδεκα χρονών κορίτσι
χήρα, πάει στη μάνα της
τα στεφάνια στην ποδιά της
κι ήκλαιγε τον άντρα της.

“Σώπα, κόρη μου, μην κλαίεις,
σώπα μην πικραίνεσαι,
έμμορφη κι αρχόντισσα ‘σαι
και ξαναπαντρεύεσαι”

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Βαριά είναι τα ξένα

Βαριά είναι τα ξένα Βαριά είναι τα ξένα καλέ, δεν τα 'χω μαθημένα, βαριά είναι...

Ένα πουλί θαλασσινό

Ένα πουλί θαλασσινό Ένα πουλί θαλασσινό ρωτά πουλί βουνίσιο πες μου που 'ν' τα λημέρια...

Ο φυλακισμένος

Ο φυλακισμένος Φυλακισμένος βρίσκομαι και βαροδικασμένος μα η σκέψη γίνεται πουλί και φεύγει απού...

Παρχαρόπουλο έμνεν

Παρχαρόπουλο έμνεν Παρχαρόπουλο έμνεν έμπριν μέρα σ' όρομα μ' σα τσαΐρια σο όρμια λάσκιζα τα πρόατα...

Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες

Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες Κι η Παναγιά μας κοιλοπονούσι Κοιλοπονούσι παρακαλούσι τους...