Πείτε μας τη γνώμη σας:

Τι τραγούδια σας αρέσει να ακούτε/χορεύετε περισσότερο;
 

Το τραγούδι του Μαζλούμ Αγά ή Μπαλουξή Εκτύπωση E-mail
09-Μαρ-2010

Όντε βασιλεύγει ο ήλιος κι ημέρα και βραδυάζει
άντρας δεν εγεννήθηκε του Μπαλουξή να μοιάζει
μόνο με το κεσίμι του με την παλληκαριά του
ο κόσμος τον ετρόμαζε κι η Κρήτη τον καβγά του
απού ’ταν βγιόλα του Κισλά και του Ορτά καμάρι
είχε λεβέντικη θωριά άντρας και παλλικάρι
το πρόσωπό του ήλαμπε σαν ήλιος σαν φεγγάρι
γαϊτάνι καμαρόφρυδο μουστάκια σαν λιοντάρι
ήτονε δίκιος άνθρωπος στην αδικιάν απάνω
σαλντίριζε σαν το θεριό στον άδικον απάνω
στσ’ απάνω χώρες τση φραγκιάς τον είχανε γραμμένο
κι αυτός στ’ Ορντού του Κισιλά ζαμπίτης παινεμένος.
Στου Μπουργαρέζου τον καβέ ο Μπαλουξής γλεντίζει
κι ο μπας ουστάς του Κισιλά απ’ έξω τριγυρίζει
Καχβέδες μην ανοίξετε ντουκιάνια έχετ’ έγνοια
κι ο Μπαλουξής χαροκοπά σήμερις στην ταβέρνα
και το σπαθί του είν’ ανοιχτό μεσ’ τη δεξά του χέρα
και λάμπει σαν τον ήλιο σαν μια ’μορφη κοπέλλα
μεσ’ τη δεξά του το σπαθί στην άλλη τις μπιστόλες
κι είν’ οι μπαλάσκες τ’ ανοιχτές σαν τσι καρνάδες βιόλες.
Κι ο Σιλιχτάρης το ’μαθε απούτανε μουρτάτης
που τον ζηλούσε στην ανδρειά και στο καλό του νάτι
πολύν καιρό περίμενε την ώρα καρτερούσε
για να του κάνει το κακό και τση κακιάς λαλούσε
βάνει και λένε του παχιά, Αφέντη δεν κατέχεις
κιανείς μας απ’ το Μπαλουξή ξεμπερδεμό δεν έχει
Αφέντη κάμε έλεος να τονε τελειώσεις
την Κρήτη την τιμητική να τηνε ξεσκλαβώσεις.
Μ’ αμέτε σεις να πχαίνετε να πάτε στη δουλειά σας
κι εγώ τονε κρεμώ αργά και γιαίνω την καρδιά σας.
Κι αυτός στ’ Ορδού στον Κισιλά του μήνυσε ντελόγο
το Μπαλουξή ντου πέμψουνε που θα του πει ’να λόγο.
Κι ο μπας ουστάς να του το πει πούχει περίσσα γνώση
μην πάει να το καρδιωθεί και πούρι να το νοιώσει.
Κι ο μπας ουστάς σηκώνεται με φρόνεψη του λέει
Ρεσίτ πασάς σε χαιρετά και θέλει να κοπιάσεις
βασιλικό γράμμά ’ρθενε θέλει να το διαβάσεις.
 Μα ίντα με θέλει ο κερατάς απού θα τον σκοτώσω
να βγάλω το κνισάρι του στον τράφο να τ’ απλώσω
αν σύρω τσι μπιστόλες μου απού τσι μουσαμάδες
τσι μπάλες τσι ντελίδικες τσ’ έχω για τσι αγάδες
κι αν σύρω τσι μπιστόλες μου απού τα χουρχουλούκια
κι ας φέρει ο σκύλος ο πασάς όλα του τα μπουλούκια
κι αν σύρω το μαχαίρι μου το άσπρο το σελάτο
να βάλω θέλω τον πασά μέσα στο κονσολάτο.
– Μα χάιντες δα Μαζλούμ αγά κι άφησε το θυμό σου
για το καλό σου θα ’ναι δα και σέβος εδικό σου.
Σηκώνεται βαρύθυμος και στου παχιά και πάει
και δεν κατέχει ο δυστυχής τι του ’μελε να πάθει.
και ο πασάς ως να τον δει πως ήβγαινε τη σκάλα
ετρέμαν τα γενάκια του ωσάν τη καλαντάρα
– Μα ίντα με θες Ρεχίτ πασά απού θα σε σκοτώσω
να βγάλω το κνισάρι σου στον ήλιο να τ’ απλώσω.
– Δεν είναι δα Μαζλούμ αγά δεν είναι τούτο γράμμα
μονό ’θελα για να σε δω απού ’χα τη λαχτάρα.
Μα ’να ριτζά ’χω να σου πω θέλω να τον επιάσεις
να κάμεις το χατήρι μου στον Κούλε να κοπιάσεις.
– Αζωντανός δεν τόρπιζα στον Κούλε να πατήσω
σαν είν’ για το χατήρι σου ας μην κακοκαρδίσω.
– Κάμε μου το χατήρι μου στον Κούλε να πατήσεις
μα γω σε βγάνω το ευθύς και μη κακοκαρδίζεις.
– Μα ’θελα γω Μαζλούμ αγά για να σου κόψ’ αϊλίκι
δυο ’ναι τα καμπαέθια σου και κάμε σαπριλίκι
– Δε θέλω ’γω Ρεσίτ πασά ουλφέδες μουδ’ αϊλίκια
κι έχει κι εμέ η κασέλα μου να κάνω χαρτζιλίκια
– Μα ’θελα γω Μαζλούμ αγά να σ’έπαιρνα κοντά μου
να σ’ έχω φίλο μπιστικό και στύλο τση καρδιάς μου.
Μα τσι ταλάδες σου γροικώ και κείνες σας λογιάζω
πως δε θα γίνεις φίλος μου και βαρυανεστενάζω.
Εσύ ’σαι ο Μαζλούμ αγάς που κάνεις καμπαέθια
κι εσύ ’σαι που τα σφάλιξες τα δέκα βιλαέθια;
– Μα ’γω ’μαι ο Μαζλούμ αγάς που κάνω καμπαέθια
μα πούρι δεν τα σφάλιξα τα δέκα βιλαέθια.
– Μα συ ’σαι ο Μαζλούμ αγάς που κάνεις τσι ταλάδες
εσύ ’σαι που τσι σφάλιξες τσ’ είκοσι μαχαλάδες.
– Μα ’γω ’μαι ο Μαζλούμ αγάς που κάνω τσ’ αταξάδες
μα πούρι δεν τσι σφάλιξα τσ’ είκοσι μαχαλάδες
– Μα συ ’σαι ο Μαζλούμ αγάς που κάνεις κατσουκάνια
εσύ ’σαι που τα σφάλιξες τση Στείας τα ντουκιάνια
– Μα ’γω ’μαι ο Μαζλούμ αγάς που κάνω κατσουκάνια
μ’ αλήθεια δεν τα σφάλιξα τση Στείας τα ντουκιάνια.
Ρεσίτ πασάς εφώνιαξε τον Μπάχη Κουμαντάρη
το Μπαλουξή παρέδωσε τ’ όμορφο παλληκάρι.
Τσαρσί τσαρσί τονέ λαλούν και παίζουνε νομπέτι
σαν όντε πάνε το γαμπρό και πίνουν το σερμπέτι.
Κι όντε τον κατεβάζανε ’πο κάτω στο Μεϊντάνι
σέρνει το χαντζεράκι του και κάνει να γιουρντάρει
κι εκεί ταρουμαρήσανε του Κάστρου οι γιανιτσάροι.
Κι όντε τον κατεβάζανε στου λιμανιού την πόρτα
σέρνει το χαντζεράκι του δεν είναι μπλιο σαν πρώτα.
Κι απίτης τον εβάλανε στον Κούλε και κλειδώδα
ετότεσάς του το ’πανε απ’ τον Ορντά σε λυώσαν.
– Μ’ αμέτε σεις στο διάολο εσείς κι ο κιχιλάς σας
κι εγώ αν βγω αζωντανός θα κάψω την καρδιά σας.
– Φύγετε σκύλοι φύγετε χαθήτε απ’ ομπρός μας
γιατί αν έβγω από παδέ θα κόψω το λαιμό σας.
– Μα ’γω αν βγω αζωντανός να κάμω μια σπεράντζα
θα κάμω μάνες δίχως γιους γυναίκες δίχως άντρα
να κάμω κι ορφανά παιδιά χίλια και δυο χιλιάδες
και να ρημώσω τα χωριά που κάθοντ’ οι αγάδες.
Μέσα στον Κούλε μάνισε και σα θεριό θρηνάται
και αν εβγεί αζωντανός του κόσμου απονάται.
Κι ο Μπαϊρακτάρης του παχιά πολύ τονε λυπήθη
.ολημερνίς μπαινόβγαινε μέσα στο μετζιλίχι.
– Για το θεό Ρεσίτ παχιά και κάμε μού τον άφι
και βγάλτονε το Μπαλουξή και δος μου τον γιολντάση
να τούχω πάντα σύντροφο μπαϊράκι να σηκώνει
με λεβεντιά να περπατά τσ’ εχθρούς μας να σκλαβώνει
απούν λεβέντης όμορφος και ξακουστός στσι χώρες
και παλληκάρι όπως το θες και δεν δειλιά για όλες
δεν είναι κρίμα κι άδικο τέθοιό ’να παλληκάρι
να κρεμαστεί τέθοια λογής για ένα σιλιχτάρι
απού ’χει σώμα σαν σελβί σα μια ’σημένια βίτσα
και πρόσωπο ανάλαμπο σαν ήλιος σαν αυγίτσα
κι αν πεις και για τον πόλεμο τεχνίτης παλληκάρι
ωσάν θεριό βρονταστραπά κάνει τους ταρουμάρι
για το θεό Ρεσίτ παχιά δεν έχω ’να χατήρι
να μου χαρίσεις τη ζωή ετούτου του φακίρη;
– Βαστώ το το χατήρι σου στην κεφαλή μ’ απάνω
μα ο ριτζάς που μου ζητάς δεν ημπορώ να κάμω
– (Για το θεό Ρεσίτ πασά)…
και δε λυπάσαι έτσα σελβί και τέθοιο παλληκάρι
οπούν’ τση Κρήτης το κλειδί και τ’ όμορφο καμάρι;
– Μαλαμιρί του γύρεψα δεν ήθελε να δίδει
στ’ ανάθεμα έτσα αντρειγιάς μα δε βαστώ χατήρι.
Στον Κούλε πίσω φέρανε μπουρμπάδα και στελιώσαν
για να ανοίξουν τον μπατζά να τονε θανατώσουν
τσι μπουρμπαδιές επαίζανε κι ανοίγανε μπατζάδες
(και κείνος τον απάντανε)
παίζετε μη λογιάζετε γεμάτα κερατάδες
και τρεις μπατζάδες ’νοίξανε ωσάν τα παραθύρια
από ’κεί δα του βάλανε του θάνατου τα φίδια.
Λαδοπατσάβρες ρίχνουσι απίρι και κατράνι
και το ντουά προσκύνανε στο νου του δεν τσι βάνει.
Και οι κονσόλοι επήγανε και του ’παν να ρωμνέψει
ογιά να του γλυτώσουνε απού ’μελλε να δρέψει.
– Δεν τη χαλώ την πίστη μου να πάω να ρωμνέψω
για ένα θάνατο γλυκύ απού θα τονε κλέψω.
Μιαν αμαθιά νεντράνισε και είδε τ’ άρματά του
και η καρδιά του σκλήβωσε πηδούν τα δάκρυά του.
– Άχι πιστόλες μου χρυσές και συ μακρά μαχαίρα
με σας παρηγορούμουνε κ’ ήπαιρνε ο νους μ’ αέρα
ποια μέση θα σάσε ζωστεί και ποια θα σάσε βάλει
ποια χέρια θα σάσε κρατούν και θα σας προσοβάρει (;)
κιαν πορπατεί σκιας παστρικά σ’ αυτό τον εψηφάτε
κι αν πορπατεί μουρντάρικα ντελόγος να τον φάτε.
Μ’ άχι πιστόλες μου χρυσές και συ μακρά μαχαίρα
νουσρέτι μπλιο δεν έχετε σαν χάσετε εμένα.
Πού ’ναι και μένα οι φίλοι μου που τρώγαν το ψωμί μου
να ’ρθούν να ξεμπερδέσουνε σήμερις τη ζωή μου,
να ’χα ’να φίλο μπιστικό να μούστελνε κουρτέλα
να δεις πώς θα την ήσπουνα του Κούλε την πορτέλα.
– Σαράντα δεμαθιές κλαδιά κ’ έναν ασκί κατράνι
εβάλανε του Μπαλουξή στον Κούλε να ποθάνει.

Α. Το τραγούδι του Μαζλούμ Αγά ήταν πολύ διαδεδομένο στην Ανατολική Κρήτη, στον πληθυσμό των Τουρκοκρητών, μέχρι και την ανταλλαγή του 1922. «Έργον της εγχωρίου τουρκικής μούσης» το χαρακτηρίζουν οι πρώτοι σχολιαστές του.Το ποίημα ανήκει, όπως και το προηγούμενο, στον κύκλο της πάταξης του γενιτσαρισμού από τους επιφορτισμένους για τούτο πασάδες της Κρήτης Οσμάν και Ρεσίτ (ή Χουρσίτ). Η θανατική τιμωρία του Μασλούμ τοποθετείται από τους σχολιαστές στο 1815, άλλωστε γίνεται λόγος στο ποίημα για τον «Ρεχίτ πασά», άρα και η σύνθεση της ρίμας προσδιορίζεται μετά το 1815.

 

Σύνολο τραγουδιών

  • Μέχρι στιγμής έχουμε 1203 τραγούδια.
Module by Spiral

Προτείνουμε:


Icons Painter